Απώλεια

Λένε ότι βρίσκεις ηρεμία στη σιωπή, όμως εγώ το μόνο που έβρισκα στη σιωπή του νεκροταφείου ήταν η απόγνωση. Έβλεπα το όνομά της χαραγμένο στο μνήμα και η καρδιά μου πάγωνε λες και μετουσιωνόταν σε μάρμαρο, μια ταφόπλακα που βάραινε το στήθος μου. Δεν ερχόμουν πια τόσο συχνά. Όχι επειδή δεν άντεχα τη θηλιά της ενοχής γύρω απ’ τον λαιμό μου κάθε φορά που αντίκριζα την ημερομηνία θανάτου, αλλά γιατί, όσο τα χρόνια απομακρύνονταν, ξεθώριαζε μαζί τους και εκείνη η αρχέγονη σύνδεση που θα ‘πρεπε να νιώθω για το ίδιο μου το αίμα. Δεν θυμόμουν πια καθαρά το πρόσωπό της, και ντρεπόμουν. Τα αγάλματα το γνώριζαν. Όποτε ερχόμουν πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν από τους πέτρινους κριτές μου εκείνος, ψυχρός και αλύγιστος, αποκτούσε το βλέμμα του ιεροεξεταστή λίγο πριν την αναφώνηση της πύρινης καταδίκης – ή έτσι με έπειθε το μυαλό μου να πιστεύω. Και έτσι, οι επισκέψεις μου αραίωσαν.
Εκείνο το απόγευμα, δεν είχα σκοπό να την επισκεφτώ. Δεν ξέρω πώς, όμως σύντομα βρέθηκα με ένα φρεσκοκομμένο τριαντάφυλλο στο χέρι να στέκομαι πάνω από το μνήμα της. Ήταν τέλη φθινοπώρου και ο ουρανός είχε αρχίσει να μελανιάζει από νωρίς. Ξαφνικά, ο αέρας μαστίγωσε εμένα και το τριαντάφυλλο και εκείνο έχασε μερικά πέταλα. Έτσι όπως ήταν πεσμένα τώρα πάνω στο γρασίδι, έμοιαζαν σαν φρέσκες πληγές που δεν πρόλαβαν να επουλωθούν και μάτωσαν ξανά. Έμοιαζαν σαν τις πληγές στο κορμάκι της…

Αρχή από το διήγημα «Απώλεια», από την ανθολογία «Νυχτερινό ανθολόγιο» που κυκλοφορεί από τις Nightread Εκδόσεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *