Γιατί αργώ να γράψω κριτικές

Η καταγραφή μιας κριτικής είναι μια μικρή ιεροτελεστία για μένα, μια διαδικασία που περνά από αρκετά στάδια μέχρι να γίνει κείμενο. Αργώ αρκετά να ολοκληρώσω κριτικές όχι τόσο λόγο του περιορισμένου χρόνου μου, αλλά γιατί τις καταγράφω αρκετό καιρό αφότου διαβάσω ένα βιβλίο – και ας με έχει ενθουσιάσει. Ο λόγος είναι απλός. Θέλω η κριτική μου να είναι όσο το δυνατόν ξεγυμνωμένη από προσωπικά συναισθήματα. Θέλω να μείνω με την ανάμνηση αυτών και όχι με την ορμή που προκαλούν και που ίσως κάνει την κρίση μου λιγότερο αντικειμενική. Οι σημειώσεις που κρατώ κατά την διάρκεια της ανάγνωσης παίζουν καθοριστικό ρόλο στο να θυμάμαι την πλοκή και τα σημαντικά στοιχεία του έργου, καθώς και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρώ άξια αναφοράς.

Έχω αναφέρει ξανά την άποψη πως κριτικός και συγγραφέας υπηρετούν αμφότεροι την ίδια τέχνη, την λογοτεχνία. Απέναντι σε αυτήν και μόνο πρέπει να λογοδοτούν και να είναι απόλυτα ειλικρινείς, άποψη που διατύπωσε ο Adorno ορίζοντας πως ο κριτικός πρέπει να απελευθερώνει την καλυμμένη, κρυφή αλήθεια του έργου, να διαμεσολαβεί τη σημασία του, το νόημα και τη θέση του στον κόσμο για τον αναγνώστη, δηλαδή θα πρέπει να έχει τον ίδιο σκοπό με τον δημιουργό του έργου: να προβάλλει την Τέχνη. Με γνώμονα αυτή την πεποίθηση, το κείμενο της κριτικής που θα γραφτεί θα πρέπει να συμπληρώνει το λογοτεχνικό έργο, όχι να το αποδομεί  αναλύοντας έννοιες, εικόνες, αφηγηματικά μέσα, καλλωπιστικές τεχνικές, υφολογικά στοιχεία, γδύνοντάς το από την μαγεία του, ακριβώς όπως ένας ορθολογιστής «μαρτυρά» τα τεχνάσματα ενός ταχυδακτυλουργού. Η αιτία των κακών κριτικών που επικρατούν σήμερα είναι η «φιλολογική» αντιμετώπιση των κειμένων, η «σχολική» ανάλυση που μάθαμε στο λύκειο και που καμία σχέση δεν έχει με την επιστημονική προσέγγιση των κριτικών.

Η κριτική ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι απλώς μια λεπτή τέχνη. Είναι μια επιστήμη που απαιτεί διαύγεια, γνώσεις, έρευνα και τον χρόνο της. Μια κακή κριτική σε πείθει να αγοράσεις το βιβλίο, μια καλή όμως σε πείθει ότι το έχεις ανάγκη. Αυτό είναι και το μεγάλο ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου κάθε φορά που τελειώνω ένα βιβλίο. Είχα ανάγκη να το διαβάσω; Όσο ο χρόνος περνάει και οι ιδέες του κειμένου ζυμώνονται ακόμα στις σκέψεις μου, είτε πείθομαι είτε το απωθώ στη λήθη. Και μόνο τότε, ξέροντας πια τον ρόλο που έπαιξε στην διαμόρφωσή μου ως αναγνώστρια – ίσως και ως συγγραφέα, καταπιάνομαι με την κριτική του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *