Στη σκιά του κορακιού: Η γοτθική γοητεία του Edgar Allan Poe

Ω Προφήτη! αναφωνώ, διαόλου πλάσμα – μήνυσέ μου
Στα Ουράνια απάνωθέ μας – στο Θεό που προσκυνάμε
η πονεμένη αυτή ψυχή θ’ αντικρίσει στην Εδέμ
μια αγία κόρη αγνή – αυτή που  οι αγγέλοι λέν’ Λενόρα
στην αγκάλη της θα σφίξει αυτή που  οι αγγέλοι λέν’ Λενόρα;
Mα κείνο κράζει «Ποτέ πια»

(Απόσπασμα από «Το Κοράκι» του E. A. Poe – μτφ Elaine Ρήγα)

step0001Ο θρήνος για μια νεκρή αγαπημένη έμελλε να γίνει το πιο διαβασμένο και αναγνωρίσιμο έργο του Αμερικανού συγγραφέα Edgar Allan Poe. Το «Κοράκι» ξεχωρίζει για τη δραματική μελωδικότητά του, αλλά και τους μακάβριους συμβολισμούς του, καθώς είναι ένα μελαγχολικό ποίημα που περιγράφει το βάσανο της απώλειας ενός ερωτευμένου άνδρα. Είναι μια ωδή στο πένθιμο μαρτύριο του νου και της ψυχής, όπου τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις παραισθήσεις σβήνουν. Όπου οι ονειροπωλήσεις αντανακλούν τους πιο σκοτεινούς μας εφιάλτες, μετουσιώνοντας τους φόβους σε εικόνες που μας επιβάλλουν τη δική τους υπαρξιακή διάσταση, φυλακίζοντας μας σε μια παράλογη και αέναη δίνη αναμνήσεων και επιθυμιών.

Για πολλούς, το «Κοράκι» ήταν η πρώτη τους επαφή με τον Poe, μια λογοτεχνική ιδιοφυΐα που απαξιώθηκε από τους σύγχρονούς του αλλά καταξιώθηκε μετά θάνατον ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γοτθικής λογοτεχνίας, καθώς το σκοτεινό μεγαλείο του έργου του ενέπνευσε – και συνεχίζει να εμπνέει – μεταγενέστερους συγγραφείς, όπως ο H. P. Lovecraft και ο Charles Baudelaire.

Ο Poe ήταν η προσωποποίηση της έννοιας του «καταραμένου», έζησε μια ζωή γεμάτη σκάνδαλα και απορρίψεις, ακροβατώντας ανάμεσα στις καταχρήσεις και την εξαθλίωση, την απελπισία και την έμπνευση. Μετουσίωσε τις μύχιες του σκέψεις σε ποίηση, ενώ τα διηγήματά του έχουν ως επίκεντρο την, καλά κρυμμένη, διεστραμμένη ανθρώπινη φύση. Αν και το στοιχείο του υπερφυσικού παρουσιάζεται συχνά στις πλοκές που στήνει, δεν είναι τίποτα’ άλλο παρά η κινητήρια δύναμη των γεγονότων. Το υπερφυσικό χρησιμοποιείται από τον Πόε ως έναυσμα, ξυπνώντας τον τρόμο των πρωταγωνιστών ώστε αποδεσμευμένοι πια από την λογική, τα ινία των πράξεών τους να τα αναλάβει το ένστικτο της επιβίωσης. Στην πραγματικότητα λοιπόν, ο άνθρωπος με τις πράξεις του είναι ο γεννήτορας κάθε τρόμου και φρίκης.

Θεμελιωτής του μακάβριου και πατέρας της αστυνομικής λογοτεχνίας, τα σκοτεινά κείμενά του, με τις μπαρόκ περιγραφές, την υψηλή σύνταξη και το περίτεχνο λεξιλόγιο, παραμένουν ακόμα και σήμερα αξεπέραστα λογοτεχνικά αριστουργήματα και υπέρτατες μεταφραστικές προκλήσεις. Ο μόνος πραγματικά αντάξιός του ήταν ο Γάλλος συγγραφέας και ποιητής C. Baudelaire, ένα «ταραγμένο» λογοτεχνικό μυαλό με παρόμοια βιώματα με τον Poe. Τον ανακάλυψε, τον μετέφρασε με ευλαβική τελειότητα στα γαλλικά κάνοντάς τον γνωστό σ’ ολόκληρη την Ευρώπη και, φυσικά, τον αντέγραψε όσο κανείς.

Ο Poe περιφρονήθηκε από τους λόγιους της εποχής του γιατί με το ταλέντο του τόλμησε να εξερευνήσει τις πιο ζοφερές γωνιές της ανθρώπινης φαντασίας, παίζοντας ύπουλα με το μυαλό του αναγνώστη και δημιουργώντας του ενδότατα συναισθήματα όπως η ενοχή, η αποστροφή, ο τρόμος. Μέσα από τα θέματά του – τον αφόρητο πόνο της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, την διττή ύπαρξη, τις άγνωστες ασθένειες, τον θάνατο, τον φόβο του εγκλεισμού, την δολοφονία – ξυπνά ακόμα και σήμερα στον αναγνώστη την πιο πρωτόγονη και ανόθευτη μορφή διαστροφής: την ζωώδη ανθρώπινη υπόσταση.

Δεν είναι τα κείμενά του που τρομάζουν. Είναι η κατανόηση που δείχνει ο αναγνώστης στους τραγικούς πρωταγωνιστές του. Στην «Μαρτυριάρα Καρδιά» η ανατριχιαστική περιγραφή του ματιού ξυπνά το αίσθημα της αηδίας στον αναγνώστη, δίνοντας ελαφρυντικά εν τέλει στον δολοφόνο! Στον «Μαύρο Γάτο», η υπερφυσική επιστροφή ενός πλάσματος που θα ‘πρεπε να χει πεθάνει οδηγεί στο αποκορύφωμα της τρέλας τον πρωταγωνιστή, αλλά συγχρόνως ο αναγνώστης νιώθει και αυτός άβολα με την παρουσία του γάτου, αποκτώντας και ο ίδιος την επιθυμία να βρει τρόπο ο πρωταγωνιστής να τον ξεφορτωθεί. Στο κορυφαίο του διήγημα «Η πτώση του Οίκου των Άσερ» ο τελευταίος, βαριά άρρωστος, απόγονος της δυναστείας, χάνει τα λογικά του πιστεύοντας ότι ο πύργος του είναι στοιχειωμένος. Η αλυσίδα των πράξεών του θα οδηγήσει αυτόν και την αδελφή του στον θάνατο, και ο αναγνώστης θα συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν τα στοιχειά του σπιτιού που τρέλαναν τον Άσερ, αλλά η δειλία και οι ενοχές του.

Το θράσος του Poe να αγγίξει την αρχέγονη ψυχή του ανθρώπου, ξεγυμνωμένη από την μάσκα του πολιτισμού, ήταν και η καταδίκη του ως συγγραφέας – τουλάχιστον εν ζωή. Ο σκανδαλώδης ερωτισμός του έργου του, συχνά δαιμονοποιώντας την γυναικεία ύπαρξη σε ένα απέθαντο πλάσμα που ακόμα και νεκρό, ακόμα και σαν ανάμνηση, τυραννούσε το αρσενικό, προκάλεσε αποστροφή στο «ευπρεπές» αναγνωστικό κοινό της εποχής, που ένιωθε τον υποκριτικό πουριτανισμό του να κλονίζεται. Μέσα από τις γυναίκες του έργου του, αλλά και της ζωής του, οι μελετητές του δεν άργησαν να ανακαλύψουν το κοινό μυστικό κάθε ηρωίδας του: το υποχθόνιο οιδιπόδειο που βίωνε μέχρι το τέλος του. Παραθέτω απόσπασμα από το δοκίμιο «Η ερωτική πιστότητα του Πόε» της Μαρίας Βοναπάρτη, σε μετάφραση Άλλυ Δρακουλίδη:

«Αλλά και στη ζωή του, ο Έντγκαρ Πόε στάθηκε όμοιος με τους ήρωες των διηγημάτων του. Προσηλωμένος στην ετοιμοθάνατη και νεκρή μητέρα του της παιδικής του ηλικίας, κουραζόταν σε προσπάθειες για να την αποφύγει. Κι όμως, δεν κατόρθωνε παρά να τραβολογάει την αλυσίδα του χωρίς να καταφέρνει να τη σπάσει. Η Βιρτζίνια, ο πιο μακρόχρονος δεσμός του, δεν έγινε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του παρά μονάχα σαν άρχισε να βήχει και να φτύνει αίμα, όπως άλλοτε η Ελίζαμπεθ. Μα όταν άρχισε να μοιάζει πολύ με τη νεκρή μητέρα του, αγριεμένος από την ομοιότητα τούτη, τρομοκρατήθηκε. Τρόμος του μεγάλου πειρασμού της παιδικής ηλικίας, τρόμος αιμομικτικός, και τρόμος, νομίζουμε πιο ειδικά, της σαδονεκροφιλικής πραγματοποίησης, προς την οποία το ένστικτό του την έσερνε. Επάνω σ’ αυτό τον τρόμο ακριβώς, ο Πόε άφηνε τη Βιρτζίνια κι επήγαινε στην ταβέρνα να πιει με άντρες, φεύγοντας κοντά τους την τρομερή φύση του ετεροσεξουαλισμού του. Έτσι κι όταν η Βιρτζίνια άρχισε ολοένα και να γίνεται πιο γοητευτική γι’ αυτόν, όσο δηλαδή εσίμωνε στο τέλος της, ερωτεύτηκε με μια ξαφνική σφοδρότητα, σαν για να λυτρωθεί, τη Φράνσις Όσγκουντ, το πρώτο από τα μεγάλα πάθη του τέλους της ζωής του. Μα φτάνει να κοιτάξει κανένας το πορτρέτο της Φράνσις Όσγκουντ για να διαπιστώσει την καθολική ομοιότητα της φιλάσθενης ποιήτριας με τη φιλάσθενη θεατρίνα, τη μητέρα του ποιητή. Τα ίδια μεγάλα μάτια στο ίδιο μαραμένο πρόσωπο και, πιο πολύ, η ίδια φυματίωση. Μα όσο κι αν ο άντρας της Βιρτζίνια προσπάθησε ν’ αποφύγει την πρώτη τρομερή προσήλωσή του, αιμομικτική μαζί και νεκροφιλική, με την καταρρακτώδη του απιστία – από την Ελίζαμπεθ στη Βιρτζίνια κι από τη Βιρτζίνια στη Φράνσις Όσγκουντ – γι’ αυτόν η Λιγεία, δίχως τέλος έπρεπε να ενσαρκώνεται στη Ροβένα.

Θα μπορούσε κανένας να παρατηρήσει πως η παρόρμηση του Έντγκαρ Πόε στην απιστία τον παρακινούσε μερικές φορές σε γυναίκες ολότελα απρόσβλητες από φυματίωση ή από μαρασμό, όπως η Ελμίρα Ρόιστερ, η Μέρι Ντεβερό ή η Άνι Ρίτσμοντ. Στην παρατήρηση αυτή θα μπορέσουμε ν’ απαντήσουμε πως αυτές ακριβώς είναι οι περιπτώσεις όπου ο Πόε πλησίασε περισσότερο προς μια λύτρωση από την αθέμιτη σαδονεκροφιλική του προσήλωση. Αλλά τότε η αναστολή κάθε σεξουαλικότητας που είχε, αναλάμβανε, σπρώχνοντάς τον προς το πιοτό, να τον απομακρύνει από την όμορφή του, και να τον κρατήσει πιστό στην αγαπημένη του μητέρα, την ετοιμοθάνατη και νεκρή, μέχρι την ημέρα του θανάτου του.»

Graphic Art by Annita Ioannou

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη Nyctophilia.gr.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *